Στον καφενέ της γειτονιάς πίνει το καφεδάκι
παρέα με τους φίλους του το κάθε γεροντάκι.
Παίζει το τάβλι, τα χαρτιά, χάνει ή και κερδίζει
άλλες φορές το χαίρεται και άλλοτε μανίζει (θυμώνει).
Κάνει κρυφά μια προσευχή να ξαναρθούν τα νιάτα
να ξενυχτά κάθε βραδιά, να σπα στα κέντρα πιάτα.
Να κάνει άτακτη ζωή και να σκορπά παράδες
να έχει πάντα συντροφιά έστω δύο φοράδες.
Να ξεπεζεύει από τη μια στην άλλη ν’ ανεβαίνει
όπως το έκανε παλιά που ήτανε κοπέλι.
Να ιδρώνει, να ζορίζεται, να βγαίνει η ψυχή του
με αγωνία αρκετή μην πέσει η δύναμή του.
Θεέ μου πώς περάσανε τα χρόνια απ’ τη ζωή του
άλλα να θέλει το κορμί και άλλα η ψυχή του.
Ο γέρος που καμώνεται ότι αντέχει ακόμη
φαίνεται όταν ζορίζεται πως ξεφυσά κι ιδρώνει.
Και οι γριές που κάθονται στην άκρη και γελούνε
έχουν κι εκείνες μερτικό, ας το παραδεχτούνε.
Προδότη τον φωνάζουνε και ψεύτη τον καθρέπτη
γιατί δεν κάνει εξαίρεση και δείχνει ό,τι βλέπει.
Έτσι είναι τα γεράματα που ήρθαν στη ζωή τους
άλλοι να ζούνε με δικούς και άλλοι μοναχοί τους.
Όμως και τα γεράματα χαρές έχουν κι εκείνα
μόνο αν κατορθώσουνε να ζούνε δίχως γκρίνια.
Υ.Γ. Από την εκδήλωση που έγινε στο κέντρο “ΚΑΝΑΡΙΝΙΑ” για την ημέρα των ηλικιωμένων.