Θωρώ το φως του φεγγαριού που απλώνεται στα ουράνια
και λέω «έτσι ήταν άπλετο στο διάβα των καιρών;
Ποιος τάχα ξέρει να μου πει κι αν νοιώθει περηφάνια,
που λαμπυρίζει πλιότερο των άλλων αστεριών;»
Βάζω φτερά στη σκέψη μου και λεύτερη πετάει,
και την αλήθεια αναζητάει στα ουράνια να τη βρει,
μα βρίσκει κάστρα απόρθητα κι άλλο δεν προχωράει,
και μια φωνή στα στήθια μου λέει μου μυστική,
ότι θωρείς τριγύρω σου του πλάστη τ’ άγιο χέρι
τα σμίλεψε και τα πλάσε με τέχνη και σοφία,
τη χάρη του έναστρου ουρανού της πλάσης τη μαγεία,
όμως που είναι τ’ αργαστήρι του κανένας δεν το ξέρει.
Μα η σκέψη πάντα ανήσυχη τ’ ανθρώπου ταξιδεύει,
έτσι την πρόσταξε ο θεός μην έχει συχασμό
κι όσο θα ζει πάνω στη γη, αλήθειες να γυρεύει
στ’ άστρα, στο φως του φεγγαριού και στο γλαυκό ουρανό.