» Ο µήνας µε τα ψέµατα και µε τις πασχαλιές του
Τον τέταρτο µήνα του χρόνου οι Ρωµαίοι τον ονόµασαν Απρίλιο, από τη λέξη τους απέριο που θα πει ανοίγω, γιατί τότε όλα ανάγουν. Απρίλης και Ανοιξη, Απρίλης και Πάσχα είναι και για τον κρητικό λαό σχεδόν αξεχώριστα.
Γι’ αυτό και τον είπε Ανοιξιάτη και Λαµπριάτη µα και Αϊγιωργίτη, από τη µεγάλη γιορτή που περιλαµβάνει, όπως και Κερασάρη, γιατί αυτόν τον µήνα πρωτοβγαίνουν τα κεράσια κι ακόµα στα χωριά µας ακούγεται και Γρίλης (σύµφωνα δε µε µια εκδοχή Γρίλης= γκρινιάρης, επειδή τελειώνουν τα αποθέµατα τροφών και πέφτει γκρίνια).
Γιατί όπως και ο Μάρτης, κι ο Απρίλης είναι µήνας δίγνωµος.
Από τη µια µέρα ο καιρός καλυτερεύει σταθερά, από την άλλη δεν ξεχνά να δείξει τα χειµωνιάτικα δόντια του, µε βροχές και χαλάζια.
Έτσι λέγεται:
Το Μάρτη ξύλα φύλασσε
µην κάψεις τα παλούκια
και τ’ Απριλιού στσι δεκαοκτώ µην κάψεις τα καρούλια,
(εννοώντας τα καρούλια του αργαλειού που θα κάψει κανείς σ’ έσχατη ανάγκη)
ή
Και τ’ Απριλιού στσι δεκοκτώ πέρδικα ψόφησε στ’ αβγό,
δηλαδή από το πολύ κρύο. Οι σιγανές κανονικές βροχές, είναι πολύ ευπρόσδεκτες για τους γεωργούς, γιατί τώρα θα σπείρουν καλαµπόκια, ροβύθια, τριφύλλι, σπανάκι, καρπούζια.
Έτσι µε λαχτάρα περιµένουν τη βροχή, που και τα σπαρτά θα µεγαλώσει και τα φρεσκοφυτεµένα θα βοηθήσει να ξεπεταχτούν.
Γι’ αυτό:
Αν κάνει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα,
χαράς εκείνο το ζεβγά που ‘ει πολλά σπαρµένα.
Όµως, αυτό που είναι φόβος και τρόµος για τον γεωργό είναι το χαλάζι. Γι’ αυτό και προσπαθεί µε κάθε τρόπο ν’ αποτρέψει τον ερχοµό του ή τις καταστροφές που προκαλεί, εξορκίζοντας το µε το φως της Ανάστασης.
Για τις κακοκαιρίες του Απρίλη ο κρητικός λαός παρατηρεί ακόµα:
Στων αµαρτωλών τη χώρα το µαγιάπριλο χιονίζει.
Όµως οι µέρες έχουν µεγαλώσει, ο καιρός έχει ζεστάνει κι έτσι:
Ήρθ’ Απρίλης, ήρθ’ ο Μάης.
Με την πρώτη µέρα τ’ Απρίλη το πρώτο χαριτωµένο έθιµο. Το πρωταπριλιάτικο ψέµα. Τότε το ‘χοµε να λέµε ψέµατα, να ξεγελούµε (κοροϊδεύουµε). Το έθιµο της Πρωταπριλιάς δεν φαίνεται να είναι από αυτά που λέµε “γνήσια ελληνικά” µε αρχαιοελληνική δηλαδή καταγωγή. Το πιθανότερο να µας ήρθε από τη Γαλλία τον 16ο αιώνα. Όµως, ο Απρίλης είναι ξακουστός σε όλο τον ελλαδικό χώρο για τις δυο µεγάλες γιορτές του. Της Λαµπρής και τ’ Αϊ-Γιώργη. Με το να είναι κινητή η µεγάλη γιορτή των Ελλήνων και να καθορίζεται από την πανσέληνο της εαρινής ισηµερίας, το πιο συνηθισµένο είναι να πέσει Απρίλη και σπάνια το Μάη.
Όπως κάθε µεγάλη γιορτή, έτσι και η γιορτή του Πάσχα έχει τα προεόρτια και τα µεθεόρτια της. Προηγείται η εβδοµάδα των Βαΐων, η κουφή, όπως τη λέει ο λαός, γιατί δεν ψάλλεται ο Ακάθιστος Ύµνος, ούτε τα τροπάρια. Οι εκδηλώσεις αυτής της εβδοµάδας επικεντρώνονται στο Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαΐων. Το Σάββατο του Λαζάρου είναι αφιερωµένο στον Φτωχολάζαρο, τη θανή και την ανάστασή του.
Είναι η προϊδέαση για τον θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού, που θα γιορταστεί την επόµενη εβδοµάδα. Σύµφωνα µε το ευαγγέλιο του Ιωάννη, ο Λάζαρος ήταν φίλος του Χριστού και πέθανε στη Βηθανία.
Έπειτα από τέσσερις µέρες ο Χριστός τον ανάστησε, για να δείξει τη νίκη κατά του θανάτου και να προετοιµάσει το έδαφος για τη δική του Ανάσταση. Η παράδοσή µας λέει πως ο Λάζαρος τρόµαξε τόσο πολύ στον Κάτω Κόσµο που πια δεν ξαναγέλασε στη δεύτερη ζωή τους:
…Είδα φόβους, είδα τρόµους είδα βάσανα και πόνους…
Ειδικά για τη µέρα αυτή, οι γυναίκες ζυµώνουν κουλούρα σε σχήµα ανθρώπου σαβανωµένου σαν τον Λάζαρο και τα λένε λάζαροι ή λαζαράκια
Την Κυριακή των Βαΐων όλες οι εκκλησίες είναι στολισµένες µε κλαδιά από βάγια ή δάφνη, ιτιά ή µυρτιά, µ’ ό,τι τέλος πάντων υπάρχει σε κάθε τόπο. Τα µαζεύουν από τους λόγγους και τις ρεµατιές οι νιόνυφες του χωριού. Τα βάγια πλέκονται σε διάφορα σχήµατα σταυρών και µοιράζονται στους πιστούς. Και το έθιµο συµπληρώνεται µε τα βαγιοχτυπήµατα, ελαφρά χτυπήµατα, µε βαγιόκλαδα που δίνουν στις νιόνυφες οι άλλες γυναίκες. Μ’ αυτό τον τρόπο πιστεύουν, µεταδίδεται η δύναµη γονιµότητας που κλείνουν µέσα τους τα θαλερά κλαδιά. Τα βαγιόκλαδα έχουν και τη δύναµη να θεραπεύουν από αρρώστιες και να διώχνουν το κακό µακριά από το σπίτι. Οι νοικοκυρές τα κρεµούν στο εικονοστάσι του σπιτιού και καπνίζουν µ’ αυτά τα µωρά τους, για να µην τα πιάσει το µάτι.
Και η Κρητικιά νοικοκυρά πιστεύει πως τα βάγια διώχνουν τους ψύλλους, τους κοριούς και τ’ άλλα βλαβερά ζωύφια που ζωντανεύουν µε τον ερχοµό της Άνοιξης. Γι’ αυτό καθώς γυρίζει από την εκκλησία κρατώντας το βαγί της φωνάζει:
Μέσα βάγιες και χαρές όξω ψύλλοι και κοριοί.
Η Μεγάλη Εβδοµάδα είναι η πιο αυστηρή εβδοµάδα. Ο κόσµος νηστεύει περισσότερο από τις προηγούµενες µέρες της «Σαρακοστής». Όλες οι δουλειές σταµατάνε, εκτός από το καθάρισµα του σπιτιού και τις προετοιµασίες για τη γιορτή του Πάσχα. ∆εν επιτρέπονται ούτε τραγούδια, ούτε χοροί, ούτε άλλες διασκεδάσεις. Κυριαρχεί µια ατµόσφαιρα θλίψης και πένθους. Οι πιστοί αρχίζουν να χαίρονται τα ξηµερώµατα του Μεγάλου Σαββάτου, όταν οι καµπάνες χτυπάνε χαρµόσυνα πια για ν’ αναγγείλουν την πρώτη ανάσταση του Χριστού.
Οι νοικοκυρές στολίζουν τα σπίτια τους κι αρχίζουν να ετοιµάζουν το πασχαλιάτικο τραπέζι. Κι αφού όλα τελειώσουν, περιµένουν µε λαχτάρα τη µεγάλη νύχτα της Ανάστασης.
Το γλεντοκόπι αρχίζει µε το πρώτο “Χριστός Ανέστη» για να κορυφωθεί την ηµέρα του Πάσχα. Όµως, στην Κρήτη το γλεντοκόπι και η ανάπαυση κρατάνε έξι µέρες γι’ αυτό και λένε:
Τρεις τα Γέννα
Τρεις τα Φώτα
κι έξε την Ανάσταση.
Η γιορτή τ’ Αϊ-Γιώργη θεωρείται ως σύνορο χρονικό, ως µεγάλη στιγµή της χρονιάς, κυρίως για τους κτηνοτροφικούς πληθυσµούς. Ο Αϊ-Γιώργης, µαζί µε τον Αϊ-∆ηµήτρη, στις 26 Οκτωβρίου, είναι τα δύο συνόρατα του χρόνου, όπως λένε οι βοσκοί. Απ’ του Αϊ-Γιώργη αρχίζει το θέρος και οι βοσκοί ανεβαίνουν στα βουνά, στις καλοκαιρινές τους βοσκές. Από του Αγιού ∆ηµητρίου, πάλι, αρχίζει ο χειµώνας και το κατέβασµα στα χειµαδιά. Αλλά και οι γεωργικοί πληθυσµοί γιορτάζουν τον Αϊ-Γιώργη γιατί τον συνδέουν µε την τύχη των σπαρτών τους.
Γι’ αυτό λέγεται:
Απού τη µέρα τ’ Αϊ Γιωργιού πιάνουµε τσι Μαδάρες.
Από το βιβλίο του Μιχάλη Γρηγοράκη «Κρητικά Λαογραφικά για τους Μήνες»,
εκδ. Χανιώτικα νέα, 2002