» Νέα µελέτη δείχνει τον πολύπλοκο ρόλο των συναισθηµάτων στην αντίληψη των ειδήσεων
Η στάση απέναντι στις ψευδείς ειδήσεις, τα λεγόµενα fake news, απασχολούν έντονα την ερευνητική κοινότητα, µε δεδοµένη την ύπαρξή τους από το 2020 µε το ξέσπασµα του κορωνοϊού, που προκάλεσε κύµα αµφισβήτησης του τρόπου αντιµετώπισής του αλλά και την ίδια την ύπαρξή του µε τους θανάσιµους κινδύνους που τον συνόδευαν.
Οι συναισθηµατικές αντιδράσεις απέναντι σε όλη αυτή την ψευδεπίγραφη ειδησεογραφία και την παρακίνηση σε απόρριψη της επικινδυνότητας του ιού εγκαινίασε µια νέα εποχή, κατά την οποία η συνωµοσιολογία ανταγωνίσθηκε την αλήθεια. Από τότε και µέχρι σήµερα, ψευδείς ειδήσεις προκαλούν ποικίλες αντιδράσεις.
Τα συναισθήµατα λοιπόν είναι ανάλογα και επεκτείνονται πλέον σε όλα τα επίπεδα κατά την ανάγνωση αυτών των ειδήσεων.
Μια νέα έρευνα εξετάζει την συµβολή των συναισθηµάτων στην ευαλωτότητα των ανθρώπων ενώπιον τέτοιων ειδήσεων.
Είναι ευρέως διαδεδοµένη η προκατάληψη ότι ο θυµός ή ο φόβος θολώνουν την κρίση και ότι οι θυµωµένοι άνθρωποι είναι εποµένως πιθανότερο να πιστέψουν σε ψεύτικες ειδήσεις.
Μια νέα µελέτη δείχνει τώρα ότι τα συναισθήµατα καθαυτά δεν κάνουν τους ανθρώπους πιο επιρρεπείς στην παραπληροφόρηση.
Λαµβάνοντας υπόψη τις κοινωνικές τους λειτουργίες, τα συναισθήµατα διαδραµατίζουν ωστόσο σηµαντικό ρόλο όταν οι άνθρωποι κρίνουν την ειλικρίνεια των ειδήσεων, δήλωσε στο Αυστριακό Πρακτορείο Ειδήσεων η επικεφαλής της έρευνας συγγραφέας Hannah Metzler.
Η έρευνα των συναισθηµάτων έχει αποδείξει εδώ και καιρό ότι τα συναισθήµατα αποτελούν βασικό συστατικό της ευφυούς ανθρώπινης συµπεριφοράς, και από εξελικτική άποψη. Στον πιο πρόσφατο τοµέα της «έρευνας παραπληροφόρησης», η αντίθετη παραδοχή είναι ακόµη ευρέως διαδεδοµένη, σύµφωνα µε τη Metzler, νευροεπιστήµονα και ψυχολόγο που διεξάγει έρευνα στο Complexity Science Hub (CSH) της Βιέννης.
Η Metzler και η οµάδα της διερεύνησαν λοιπόν τη σχέση µεταξύ των συναισθηµάτων και της πίστης στις ψευδείς ειδήσεις στη µελέτη που δηµοσιεύθηκε στο περιοδικό «Cognitive Research: Principles and Implications».
Τα 422 άτοµα που συµµετείχαν στην έρευνα, κλήθηκαν να καταγράψουν τη διάθεσή τους τις τελευταίες ηµέρες και τα συναισθήµατά τους µετά την ανάγνωση των ειδήσεων και να αξιολογήσουν την ειλικρίνειά τους.
Η έρευνα διεξήχθη τον Νοέµβριο του 2021, όταν ξεκίνησαν οι πρώτες εκστρατείες εµβολιασµού κατά της της CoViD. Σε αυτό το πλαίσιο, οι συµµετέχοντες είδαν διάφορους τίτλους και εικόνες που αφορούσαν την πανδηµία και τους εµβολιασµούς.
Το αποτέλεσµα ήταν η διάθεσή τους πριν από την ανάγνωση των ειδήσεων δεν επηρέασε το κατά πόσον οι ερωτηθέντες ήταν σε θέση να αναγνωρίσουν τις ψεύτικες ειδήσεις. Σε αντίθεση µε την υπόθεση ότι τα συναισθήµατα θα έκαναν τους ανθρώπους παράλογους, οι άνθρωποι που αντέδρασαν θυµωµένα στις ψεύτικες ειδήσεις ήταν επίσης πιο πιθανό να τις αναγνωρίσουν ως τέτοιες.
«Το δείγµα µας περιείχε περισσότερους ανθρώπους µε υψηλό µορφωτικό επίπεδο, οι οποίοι έτειναν να είναι πολιτικά αριστεροί», σηµείωσε η Metzler.
Γνωρίζουµε επίσης από άλλες µελέτες ότι µια µικρή ριζοσπαστική µειοψηφία στα κοινωνικά δίκτυα µοιράζεται την πλειονότητα των ψευδών ειδήσεων – καθώς δεν αποτελούσαν µέρος του δείγµατος, τα κίνητρά τους δεν µπορούσαν να αναλυθούν. Παρ’ όλα αυτά, εκπροσωπήθηκε ένα ευρύ φάσµα απόψεων και τα συναισθήµατα ήταν εµφανή και στις δύο πλευρές του πολιτικού φάσµατος.
Για παράδειγµα, ο θυµός έτεινε να είναι παρών κάθε φορά που οι νέες πληροφορίες δεν ταίριαζαν µε την κοσµοθεωρία του ερωτώµενου. «Αυτό είναι ένα βασικό εύρηµα: οι κοινωνικές συνιστώσες είναι πολύ πιο σηµαντικές από την ειλικρίνεια των πληροφοριών ή τις προκαταλήψεις – για παράδειγµα, τι πιστεύει το περιβάλλον µου ή το πολιτικό κόµµα στο οποίο αισθάνοµαι µέλος», λέει η Metzler.
Αυτό συµβαίνει επειδή τα συναισθήµατα έχουν το σηµαντικό καθήκον να εστιάζουν την προσοχή σε πράγµατα που είναι σηµαντικά για τους ανθρώπους. Αυτό κυµαίνεται από πιθανούς κινδύνους έως την κοινωνική αναγνώριση και την ένταξη σε οµάδες.
Για το µεγαλύτερο µέρος της ανθρώπινης ιστορίας, το να είσαι µέλος µιας οµάδας ήταν απαραίτητο για την επιβίωση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το ερώτηµα τι πρέπει να πιστεύεις ή να λες για να το κάνεις αυτό εξακολουθεί να είναι έντονα παρόν µέσα µας, συνεχίζει η ερευνήτρια.
«Φυσικά πιστεύουµε πολλές ανοησίες – για µεγάλο χρονικό διάστηµα, για παράδειγµα, ήµασταν πεπεισµένοι ότι η γη ήταν επίπεδη και τα αστέρια ήταν θεοί», δήλωσε η Metzler.
Η ερευνήτρια θεωρεί το γεγονός ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι πιστεύουν στην ανθρωπογενή κλιµατική αλλαγή και στην αποτελεσµατικότητα των εµβολιασµών ως ένδειξη του – ιστορικά µιλώντας – υψηλού επιπέδου εµπιστοσύνης στους θεσµούς και την επιστήµη. Σύµφωνα µε την ίδια, οι ψευδείς ειδήσεις δεν είναι η αιτία, αλλά το σύµπτωµα της αυξανόµενης δυσπιστίας, ιδίως µετά την πανδηµία του κορωναϊού.
Η ερευνήτρια δεν πιστεύει ότι ο υπερβολικός πανικός και η κινδυνολογία είναι κατάλληλες, καθώς η πλειονότητα των ανθρώπων δεν µπορεί να πεισθεί µόνο µε την αναµόχλευση ψευδών ειδήσεων.
Εποµένως, ένα πιθανό αντίδοτο θα ήταν να εκπροσωπούνται πιο έντονα οι άνθρωποι µε διαφορετικό υπόβαθρο στους θεσµούς, ώστε να ενισχυθεί η εµπιστοσύνη σε αυτούς. «Επιπλέον, ένα οµολογουµένως δύσκολο µέρος της λύσης είναι να διασφαλιστεί ότι οι άνθρωποι είναι οικονοµικά ευκατάστατοι και δεν χάνουν το κύρος τους – έτσι ώστε να µην χρειάζεται να αναζητούν ριζοσπαστικές οµάδες και εναλλακτικές εξηγήσεις που µάχονται κατά του συστήµατος», λέει η Metzler.
Το θέµα πάντως θα συνεχίσει να την απασχολεί και στο µέλλον. Επί του παρόντος ερευνά τη διάδοση της παραπληροφόρησης και του συναισθηµατισµού στα κοινωνικά δίκτυα και αναπτύσσει παρεµβάσεις για να αποµακρύνει τους ανθρώπους από την πίστη στην παραπληροφόρηση όσον αφορά τις κοινωνικές πτυχές.