Όσοι στον τόπο έρχουνται, νιώθουν φιλοξενία
θάλασσα, ουρανό λαμπρό, αρχαία ιστορία.
Θαυμάζουνε την Κρήτη μας, προπάντων τσοι Μαδάρες
πούχουν περήφανα βουνά κι αθρώπους όλο χάρες.
Τα χωριουδάκια τα ψηλά, μικρά χαριτωμένα
σαν προβατάκια μοιάζουνε, τριγύρω σκορπισμένα.
Ούλα ετούτα τα χωριά είν’ εγκαταλελειμμένα
και καρτερούνε να ‘ρθουνε πρόσωπ’ αγαπημένα.
Τα καλοκαίρια παίρνουνε, λίγη ζωντάνια πάλι
μονομεριάζουν τα παιδιά στση μάνας την αγκάλη.
Επά τηρούν συνήθειες, προγονικές αξίες
κουζίνα όπως τα παλιά, με μυρωδιές και τσίκνες.
Λίγα απαρνηθήκατε, στο πέρασμα των χρόνων
το μαγερειό και τση γιαγιάς νοικοκυριό αιώνων.
Πιστέψανε ότι ετσά, χρήμα πολύ θα ρεύσει
κι απού τη μαύρη ανέχεια, θα μας επροστατέψει.
Όμως το χρήμα μοναχό, δε φέρνει ευημερία
εάν δε συνοδεύεται, μ’ αληθινή φιλία.
Ένα μονάχα πάντοτε, δεν πρέπει να ξεχνούμε
σαν το χωριό μας πουθενά, δεν πρόκειται να βρούμε.