Φορώντας παρελθόντα μειδιάματα. Η πολυτελής αξιοπρέπεια, των φθαρμένων ονείρων. Κι ένα σιωπηλό φως. Να τουρτουρίζει στο σφύριγμα των ανέμων. Μέσα από τις ρωγμές των αοράτων. Κι ένα ξερό ρόδο. Από Άνοιξη περασμένη. Παλιός νοσταλγός του επιτάφιου της γαλήνης. Μπερδεύτηκαν των ωκεανών τα μηνύματα. Με φθινοπωρινά φύλλα πεσμένα στο λιόφωτο. Πόσο θα φεύγεις ακόμα. Όσο χρειαστεί, μου λες και φεύγεις ξανά. Μοναχικό άγγιγμα των ανέμων. Κι οι σαλτιμπάγκοι στη βολεμένη τους πραγματικότητα. Και ‘γω, αγρίμι των χαμένων φάρων του Νότου. Φορώντας το τριμμένο πανωφόρι των καιρών. Για να επιζήσεις των χρόνων, πετάς όσα πρέπει. Και καμιά φορά κι όσα δε πρέπει επίσης. Ίσως να ‘ρθεις κάποια μέρα. Με το νυχτοπέταγμα των ερήμων. Σα ταξιδιάρικο άγγιγμα πάνω στις πληγές μου. Που έγιαναν πια. Μα έχουν την ουλή της κραυγής χαραγμένη στο είναι τους. Δε θυμάμαι πια πως μοιάζεις. Ούτε τ’ όνομά σου θυμάμαι. Σε λέω μακρινό σκοτάδι. Με τη ζεστασιά του Νότου. Που συνεχίζει ν’ αναζητά. Και να ζητά μιά απάντηση. Για το που είναι οι αγαπημένοι της. Και ρωτά καπνισμένους ναύτες και βιαστικά νυχτοπούλια. Να της πουν έστω μια υποψία αλήθειας. Κι αν όχι αυτό, έστω ένα ψέμα. Για ν’ αντέξει άλλη μιά μέρα αιωνιότητας. Κι είναι βότσαλο το βλέμμα. Ριγμένο στις θάλασσές σου. Μέσα σε μιά Νηρηίδα σκέψη. Π’ ακροβατεί στα κύματα της θύμησης και της απουσίας. Κι όμως. Κι αν αιώνες πέρασαν από το τελευταίο βλέμμα, σε περιμένω ακόμα. Σα μαρμαρωμένη γοργόνα στη άκρα χαμένων Ωκεανών.