Ο λαός μας διέρχεται τις πιο δύσκολες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας του. Τα αίτια δεν είναι μόνον οικονομικά, όπως δυστυχώς υποστηρίζουν οι διάφοροι ειδήμονες. Ο κύριος λόγος του αδιεξόδου που ευρίσκεται τώρα η πατρίδα μας είναι η λάθος πορεία που ακολούθησαν οι πολιτικές ηγεσίες κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Απομακρυνθήκαμε από την απλότητα της σκέψης των προγόνων μας η οποία προάγει τη φαντασία, τη δημιουργία και το έργο των ανθρώπων. Δυστυχώς, το μειονέκτημα αυτό μας απομάκρυνε από την Ευρώπη της μεταπολεμικής περιόδου. Από αυτό το ίδιο γίγνεσθαι στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις εντός της Ε.Ε.
Πολύς ο λόγος για τον άξονα Βερολίνου – Παρισίων, χωρίς όμως τα γνωρίζουμε ότι στη διεθνή διπλωματία το Παρίσι από την ίδρυση της Ε.Ε. και κυρίως μετά τον θάνατο του Charles de Gaulle το έτος 1970, θεωρείται ως απλός «συνομιλητής» του Βερολίνου και ότι η Γερμανία λόγω της τεράστιας οικονομικής της ισχύος έχει τον πρώτο και κυρίαρχο λόγο για τις εξελίξεις εις τις αποφάσεις της Ε.E.
Η Γερμανία και τα ιδρυτικά μέλη της Ε.Ε. γνώριζαν ανέκαθεν ότι η χώρα μας λόγω του πολιτικού συστήματος, της αποσάθρωσης της Δημόσιας Διοίκησης και της υστέρησης της Οικονομίας δεν πληροί τις προϋποθέσεις μίας ένταξης στην Ε.Ε. και ότι μία ενδεχόμενη ένταξή της θα δημιουργούσε προβλήματα στην Ε.Ε., αλλά παράλληλα θα είχε και οδυνηρές συνέπειες για τον ελληνικό λαό. Αυτές οι επιφυλάξεις ενισχύθηκαν στη γερμανική πλευρά κυρίως ευθύς αμέσως μετά τη μεταπολίτευση στην Ελλάδα, κατά την 7ήμερη (23.2. – 2.3.1975) επίσκεψη στη Γερμανία 5 υπουργών της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή, προσκεκλημένοι του Ιδρύματος του Konrad Adenauer. Σκοπός της πρόσκλησης ήταν η στήριξη της Ελλάδος, μετά τη μεταπολίτευση, με την εγκατάσταση ενός σύγχρονου πολιτικού συστήματος που θα προωθούσε την ανάπτυξη της Ελλάδος. Με την «παρουσίαση» του πολιτικού, κομματικού, κοινωνικού συστήματος που ανέδειξε το «γερμανικό θαύμα» της Οικονομίας και την ισχύ της Γερμανίας. Σε συνάρτηση με τις άμεσες συναντήσεις της ελληνικής αντιπροσωπίας με ανώτατους αξιωματούχους της γερμανικής πολιτικής, πρωθυπουργούς διαφόρων ομοσπονδιακών κρατιδίων, οι οποίοι λίγο αργότερα ανεδείχθησαν καγκελάριοι και πρόεδροι της Γερμανικής Δημοκρατίας, αλλά ταυτόχρονα και με βαρόνους της γερμανικής οικονομίας.
Παράλληλα κατά τις συναντήσεις και συζητήσεις η γερμανική πλευρά διεμήνυσε στην ελληνική αντιπροσωπία ότι τα κόμματα στη Γερμανία και γενικώς στην Ε.Ε. μπορεί να έχουν ιδεολογικές διαφορές, αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση «αντίπαλα» και ότι ενεργούν βάσει μίας συντονισμένης δράσης προς όφελος του λαού. Δυστυχώς άκρως απογοητευτική για τους ανώτατους Γερμανούς αξιωματούχους ήταν όχι μόνον η συμπεριφορά της ελληνικής αντιπροσωπίας, αλλά και η ανικανότητά της να αντιληφθεί ακόμη σε ποια χώρα ευρίσκεται και σε ποιους λόγους οφείλεται η κυρίαρχη θέση της Γερμανίας στην Ευρώπη, αλλά παράλληλα με τη Γερμανία και οι άλλες χώρες της Ε.Ε.
Μία απόδειξη του κυρίαρχου ρόλου της Γερμανίας εντός της Ε.Ε. και στον Άξονα Βόννης (νυν Βερολίνου) – Παρισίων ήταν το ταξίδι – αστραπή, τέλη του 1978, του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο Παρίσι σε συνάντηση με τον Γάλλο πρόεδρο Giscard d’ Estaing, για την πλήρη ένταξη της χώρας μας στην Ε.Ε. Όμως ο Γάλλος πρόεδρος παρέπεμψε τον Έλληνα πρωθυπουργό στον καγκελάριο της Γερμανίας Helmut Schmidt, τον οποίο επισκέφθηκε αυθημερόν στη Βόννη. Το Παρίσι και η Βόννη, αλλά και η Ευρωπαϊκή Διπλωματία, γνώριζαν ότι η Ελλάδα δεχόταν ισχυρότατες πιέσεις π.χ. απειλές από την Τουρκία και ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός ήθελε να διαφυλάξει την εθνική ακεραιότητα εντάσσοντας την Ελλάδα στην Ε.Ε. Ο καγκελάριος είχε επιφυλάξεις, τις οποίες διετύπωσε αμέσως εις τον Έλληνα πρωθυπουργό, ο οποίος όμως παρακάμπτοντας έντονα τις επιφυλάξεις για τη μη ικανότητα της Ελλάδος να ενταχθεί στην Ε.Ε., απείλησε τον Helmut Schmidt ότι σε περίπτωση άρνησης της Γερμανίας θα κάνει αμέσως μία δημόσια δήλωση ενώπιον των δημοσιογράφων και καναλιών, που ευρίσκονταν στη διπλανή αίθουσα: «Πώς είναι δυνατόν η Γερμανία, η οποία αιματοκύλησε την Ευρώπη, να είναι μέλος της Ε.Ε. και η Ελλάδα, η οποία χάρισε τη Δημοκρατία και τον Πολιτισμό να είναι εκτός;». Η απειλή π.χ. ο εκβιασμός του Έλληνα πρωθυπουργού είχε άμεσο αποτέλεσμα, διότι ευθύς αμέσως ο σοκαρισμένος καγκελάριος δήλωσε δημοσίως ότι «η Γερμανία συναινεί για την ένταξη της Ελλάδος στην Ε.Ε.»!
Λίγο αργότερα, την 1η Ιαν. 1981 έχουμε την πανηγυρική ένταξη της χώρας μας ως 10ο μέλος της Ε.Ε. Δυστυχώς όμως, όπως γνωρίζουμε πλέον όλοι μας, επιβεβαιώθηκαν οι επιφυλάξεις της Γερμανίας, αλλά και άλλων εταίρων, για την ικανότητα της χώρας μας να επωφεληθεί από την ένταξή της στην ευρωπαϊκή αυτή οντότητα. Διότι ασφαλώς θωρακίστηκε η πατρίδα μας απέναντι της Τουρκίας και ενισχύθηκε η θέση της εντός των Βαλκανίων. Αλλά από την άλλη πλευρά, οι τεράστιες επιδοτήσεις από τις Βρυξέλλες, τα κοινοτικά κονδύλια, τα πλουσιοπάροχα προγράμματα, το άφθονο χρήμα και οι ανεξέλεγκτες δανειοδοτήσεις των χρηματαγορών διέφθειραν, δυστυχώς, τις ηγεσίες και το πολιτικό σύστημα, ανέδειξαν τη διαφθορά ως «εθνικό άθλημα» και κατέστρεψαν τον παραγωγικό ιστό της πατρίδας μας.
Αλλά για να είμαστε ειλικρινείς και αντικειμενικοί, χωρίς να θέλουμε να δικαιολογήσουμε τα λάθη μας, το Βερολίνο, οι Βρυξέλλες και η Ε.Κ.Τ. ευθύνονται στο μέγιστο για τη σημερινή κατάντια της Ελλάδος. Διότι για να προστατεύσουν τον ελληνικό λαό, όφειλαν να κλείσουν την κάννουλα των εκατοντάδων δισεκατομμυρίων, τα οποία όχι μόνον διέφθειραν ηγεσίες, κόμματα και Δημόσιους Φορείς και σκότωσαν τον παραγωγικό ιστό της χώρας, αλλά προς ειρωνεία όλων το πλείστον των κεφαλαίων αυτών διέρρεαν εις το ακέραιο και αυτόματα στις οικονομίες των εταίρων μας με την αγορά τεράστιων καταναλωτικών αγαθών.
Η επικρατούσα τώρα άποψη ότι η Ελλάδα απέτυχε και ότι πρέπει να τιμωρηθεί με τη δημιουργία τώρα διαφόρων Μηχανισμών εντός της Ε.Ε. και την επιστράτευση της τρόικας με την επιβολή αυστηρότατων και βαρύτατων κυρώσεων, προς όφελος όλων εκείνων οι οποίοι θησαύρισαν εις βάρος του ελληνικού λαού, αποδεικνύει πασιφανώς την υποκρισία της Ε.Ε. ότι αυτό το οποίο όφειλαν να κάνουν κατά τη δεκαετία του ’80, για να σώσουν την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό, το κάνουν τώρα για να σώσουν και να προστατεύσουν τον εαυτόν τους και μόνον.
Υποσημείωση: Ο αρθρογράφος σπούδασε Πολιτικές – Οικονομικές Επιστήμες και Κοινωνιολογία στη Βόννη και Ιστορία και Πολιτιστική Κληρονομιά στην Αθήνα. Διετέλεσε επί 5 χρόνια υπάλληλος της Ομοσπονδιακής Βουλής της Γερμανίας.