ΠΑΝΤΟΥΜ
Στη μνήμη του Γιώργου Σεφέρη
Της νύχτας το βλέμμα γλιστρά στον καθρέπτη
σα σβήνουν οι λύχνοι της ώρας του ύπνου.
Το πνεύμα της ύλης σαν είδωλο πέφτει
γεννώντας τοπία ο τοίχος του λίκνου.
Σα σβήνουν οι λύχνοι της ώρας του ύπνου
ο χρόνος απλώνει σε κόκαλα δέντρων
γεννώντας τοπία ο τοίχος του λίκνου
με φύλλα και άνθη συμφώνων, φωνηέντων.
Ο χρόνος απλώνει σε κόκαλα δέντρων
κλωνάρια της σκέψης και ρίζες της μνήμης
με φύλλα και άνθη συμφώνων, φωνηέντων
πλεγμένα στο ξύλο μιας άγνωστης πρύμης.
Κλωνάρια της σκέψης και ρίζες της μνήμης
γυρεύουν την Τέχνη στη γκρίζα ομίχλη
πλεγμένα από ξύλο μιας άγνωστης πρύμης:
απρόοπτη βάρκα με τ’ όνομα «Κίχλη».
Γυρεύουν την Τέχνη στη γκρίζα ομίχλη
πετώντας τα δίχτυα με σκότος και λήθη.
Απρόοπτη βάρκα με τ’ όνομα «Κίχλη».
Σε πέλαγα τρόπων των μέτρων τα πλήθη.
Πετώντας τα δίχτυα με σκότος και λήθη
το χέρι γυρίζει σελίδα στον χρόνο·
σε πέλαγα τρόπων των μέτρων τα πλήθη
καθώς οι ρυθμοί αλαλάζουν με πόνο.
Το χέρι γυρίζει σελίδα στον χρόνο
κι οι βράχοι κραδαίνουν πυθμένες των στίχων
καθώς οι ρυθμοί αλαλάζουν με πόνο
κρατώντας το ίσο σε στρόβιλους ήχων.
Κι οι βράχοι κραδαίνουν πυθμένες των στίχων
απ’ όπου αναδύει εξαίσιο ναυάγιο
κρατώντας το ίσο σε στρόβιλους ήχων –
παλιό ξεχασμένο Δασκάλου Τετράδιο.
Απ’ όπου αναδύει εξαίσιο ναυάγιο
εκεί ζωγραφίζει το φως των ποιημάτων
παλιό ξεχασμένο Δασκάλου Τετράδιο
δοσμένο σε φίλους με ειρμούς Γυμνασμάτων.
Εκεί ζωγραφίζει το φως των ποιημάτων
το Ύψιστο Σχήμα Ρυθμού και Αρμονίας
δοσμένο σε φίλους με ειρμούς Γυμνασμάτων
και ψυχής κινήματα ή φαντασίας.
Το Ύψιστο Σχήμα Ρυθμού και Αρμονίας
μονάχος γυρεύει ο επαρκής αναγνώστης
και ψυχής κινήματα ή φαντασίας
στο ύφος μιας μέρας που σμίγουν στο φως της.
Μονάχος γυρεύει ο επαρκής αναγνώστης
το νήμα της στάθμης γραπτών οριζόντων
στο ύφος μιας μέρας που σμίγουν στο φως της
οι λέξεις και ο Λόγος λογίων απόντων.
Το νήμα της στάθμης γραπτών οριζόντων
χαράζοντας ρότα να πλεύσει μια πένα
οι λέξεις κι ο Λόγος λογίων απόντων
καθώς ορφανό δεν αφήκαν κανένα.
Χαράζοντας ρότα να πλεύσει μια πένα
θυμάται ξανά γέροντες διδασκάλους
καθώς ορφανό δεν αφήκαν κανένα
οι σιωπές της γραφής του άπειρου κάλλους.
Θυμάται ξανά γέροντες διδασκάλους
γιομάτους ρυτίδες παλιών ερειπίων.
Οι σιωπές της γραφής του άπειρου κάλλους
του μιλούν σε γλώσσα ερώτων αγίων.
Γιομάτους ρυτίδες παλιών ερειπίων
τους βρίσκει. Να γράφουν παράξενα, ποίημα.
Του μιλούν σε γλώσσα ερώτων αγίων
μνημείο της μνήμης, του βίου τους μνήμα.
Τους βρίσκει να γράφουν παράξενα, ποίημα
αντλώντας από την ψυχή του μελάνι.
Μνημείο της μνήμης, του βίου τους μνήμα
γερά πετρωμένο σε άγριο ποτάμι.
Αντλώντας από την ψυχή του μελάνι
διαβάζουν κρυφά της ζωής του το ξέφτι
γερά πετρωμένο σε άγριο ποτάμι.
Της νύχτας το βλέμμα γλιστρά στον καθρέφτη.
Στέλλα Καντεράκη