Πάει ο χειμώνας πέρασε και λιώνουνε τα χιόνια, η φύση παίρνει τη ζωή που διαρκεί αιώνια. Ξαναγεννιούνται οι σπόροι τση και γίνονται λουλούδια, άνθρωποι ερωτεύονται, αρχίζουνε τραγούδια. Βρίσκουν δουλειά οι μέλισσες μαζώνουνε τη γύρη και μέσα στσοι κυψέλες τους γίνεται πανηγύρι. Ούλος ο μελισσόκηπος είναι ένα πανηγύρι κι οι μέλισσες συνέχεια μαζώνουνε τη γύρη. Μια πρασινάδα κι έν’ άνθος ο κόισμος άκρη σ’ άκρη, μη μπεριμένεις για να γδεις τση μέλισσας το δάκρυ. Οντε θα πάει για να βρει λουλούδι ανθισμένο και ’συ που τση το ψέκασες θα ’ν’ είναι μαραμένο. Εσύ θέλεις το μέλι τση τη κόρη να γλυκάνεις, μα με την ψεκαστήρα σου δε τση το αποφτάνεις.