Πρόβαλε πάλι το ζεστό κι ωραίο καλοκαίρι
και ’κει που τρέχω στους αγρούς και σιγοτραγουδώ,
μέσα μου λέει μια φωνή πως τα ‘πλασε το χέρι
του πλάστη όλα τριγύρω σου κι από χαρά μεθώ.
Τα χρυσαφένια όταν θωρώ τα στάχυα, μεστωμένα,
που ευλογημένος τους καρπός μας δίνει το ψωμί
και τα λογίς μύρια αγαθά τριγύρω μου απλωμένα,
νιώθω βαθιά ένα στεναγμό που μοιάζει προσευχή.
Μα όταν μες στις φωλιές θωρώ τη νιόβγαλτη ζωή,
να την ταΐζει μ’ αγαθά της γης, η όποια μάνα,
τρέμει απ’ τη συγκίνηση στα στήθια μου η ψυχή
και μου ’ρχεται στη σκέψη μου των ορφανών το κλάμα.
Και πάλι λέει μου η φωνή, κοίτα λίγο πιο πέρα,
και δες στον κάμπο της ζωής πόσα παιδιά πεινούν
και καρτερούν με δάκρυα της λύτρωσης τη μέρα
που όλα της γης μας τ’ αγαθά κι αυτά να τα γευτούν.