Ένα παππού συνάντησα, μέσ’ το λεωφορείο,
μα ήτανε, θαρρώ, καλλιά να πάει με φορείο
Ετρέμανε τα πόδια του, μαζί κι η κεφαλή του
κι ένα μπαστούνι του ‘δινε λιγάκι τη βολή του
Στο στόμα καταχτύπαγε κάτασπρο μασελάκι
και σα σταφίδα έμοιαζε μούρη και μαγουλάκι
Σηκώθηκ’ ένας νεαρός και του ‘δωσε τη θέση,
γιατί από το τρέμουλο, εκόντευε να πέσει
Πλάι του εκαθότανε όμορφο κοριτσάκι,
ξανθούλικο και στρουμπουλό, σαν πετραμυγδαλάκι
Τα μάτια γούρλωσ’ ο παππούς, το χέρι του απλώνει
κι η κοπελιά εγίνηκε κίτρινη, σα λεμόνι
Στριμώχτηκε στο κάθισμα, άγρια τον κοιτάζει,
μα’ κείνος πάει πιο κοντά και κάτω δεν το βάζει
– Όμορφη είσαι, κοπελιά, πες μου το όνομά σου
και θα ‘θελα πολύ να πιω, ένα καφέ κοντά σου
– Άσε με ήσυχη, παππού, για κάνε μου τη χάρη,
που μέσ’ το λάκκο έχει μπει το ένα σου ποδάρι
– Εμένα, κοριτσάκι μου, μ’ άρεσε το φουστάνι
κι από τα νιάτα κυνηγός ήμουνα και τσογλάνι
Ήμουνα κράχτης πετεινός κι έτσι θα παραμείνω
και κότα αξεπουπούλιαστη σαν βρω, δεν την αφήνω
Από τα γεννοφάσκια μου, μέχρι τα γηρατειά μου,
πολλές εξεκοκάλισε, μάθε, η αφεντιά μου
Όπ’ έβλεπα ποδόγυρο, επήγαινα πετώντας,
γιατί… απού ‘ναι γυναικάς, το’ χει από γεννητώντας
– Δεν τον φοβούμαι εγώ, παππού, το σκύλο που γαβγίζει,
γιατί εκείνα που ‘τρωγε, (ε)τώρα τα μυρίζει
Κι αν το θαρρείς, πως ενεργός είναι ο “σισανές” σου,
το πνεύμα σου είναι πρόθυμο, μ’ όχι κι οι αντοχές σου.
* σισανές = τουφέκι (οθωμανικό) εμπροσθογεμές.
«Μια παθούσα»
Μαρία Βογιατζάκη – Ντούζα
23η θέση στο 6ο Παγκ. Διαγωνισμό
“Παύλος Πολυχρονάκης”