Η γνωστή σε όλους Deutsche Bank (DB) ιδρύθηκε το 1870 στο Βερολίνο και από το 1957 εδρεύει στη Φρανκφούρτη. Το 2015 ήταν η 11η μεγαλύτερη τράπεζα στον κόσμο και η 4η μεγαλύτερη στην Ευρώπη βάσει ενεργητικού (1,6 τρισ. ευρώ). Τον τελευταίο καιρό πληθαίνουν τα δημοσιεύματα τα οποία αναφέρουν ότι η DB μπορεί να έχει την τύχη της Αμερικάνικης Lehman Brothers (πτώχευσε το 2008) με οδυνηρές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία.
Πέρυσι τέτοιο καιρό η μετοχή της DB διαπραγματευόταν στα 29 περίπου ευρώ. Έναν χρόνο μετά η τιμή διαπραγμάτευσης έχει διολισθήσει στα 12,5 περίπου ευρώ. Αξιοσημείωτο είναι ότι τον Μάιο του 2007 η μετοχή της DB άξιζε περισσότερα από 100 ευρώ! Τα αίτια για την πρόσφατη πτώση της τιμής της μετοχής και τις συζητήσεις γύρω από το μέλλον της DB είναι πολλά, αλλά οι σημαντικότεροι λόγοι είναι τα τεράστια πρόστιμα που έχουν επιβληθεί από τις εποπτικές αρχές τα τελευταία χρόνια, η έκθεση της τράπεζας στην αγορά παραγώγων και οι ζημίες της τράπεζας κατά το 2015 (6,8 δισ. ευρώ!).
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Bloomberg, η DB έχει ήδη καταβάλει περισσότερα από 9 δισ. δολάρια σε πρόστιμα και νομικούς διακανονισμούς την τελευταία οκταετία, ενώ το 2015 έβαλε στην άκρη 6 δισ. δολάρια (5,5 δισ. ευρώ) για πιθανά μελλοντικά νομικά έξοδα και πρόστιμα. Σε μεγάλο βαθμό αυτό οφείλεται στη χειραγώγηση των αγορών συναλλάγματος, αλλά και της αγοράς επιτοκίων της διατραπεζικής αγοράς (LIBOR and EURIBOR) με αποτέλεσμα την επιβολή προστίμων από διάφορες εποπτικές αρχές (π.χ. το 2015 επιβλήθηκε πρόστιμο ίσο με 340 εκ. δολάρια από τις εποπτικές αρχές της Αγγλίας και 2,12 δισ. δολάρια από τις Αμερικανικές αρχές). Επίσης, τον Δεκέμβριο του 2013 η DB ήρθε σε συμβιβασμό με τo Αμερικάνικο Υπουργείο Δικαιοσύνης για την πληρωμή προστίμου 1,9 δισ. δολαρίων καθώς θεωρήθηκε ότι ξεγέλασε τις Fannie Mae and Freddie Mac σχετικά με την ποιότητα επενδυτικών προϊόντων που σχετίζονταν με στεγαστικά δάνεια. Πιο πρόσφατα, τον Ιούνιο του 2016, οι γερμανικές εποπτικές αρχές επέβαλαν πρόστιμο 40 εκ. ευρώ θεωρώντας ότι η DB δεν προβαίνει σε αποτελεσματικές ενέργειες για την αποφυγή ξεπλύματος παράνομου χρήματος. Το τελευταίο θέμα αναμένεται να απασχολήσει την DB και στο μέλλον καθώς γίνονται έρευνες από το Αμερικάνικο Υπουργείο Δικαιοσύνης και άλλες εποπτικές αρχές σε Αμερική, Αγγλία και Γερμανία σχετικά με ύποπτες συναλλαγές της DB στη Ρωσία που οδήγησαν στη μεταφορά περίπου 10 δισ. δολαρίων προς off-shore προορισμούς, μέσω του λεγόμενου mirror trading.
Πέρα από τα παραπάνω, αυτό που δημιουργεί περαιτέρω ανησυχίες είναι η έκθεση της DB σε παράγωγα. Σε ακαθάριστη (μικτή) βάση, το 2015 αυτή ανήλθε σε 41,9 τρισ. ευρώ και αντιστοιχεί στο 10% περίπου της αξίας της παγκόσμιας αγοράς παραγώγων. Βέβαια, η καθαρή θέση της DB είναι σημαντικά χαμηλότερη στα 18,3 δισ. ευρώ. Το θέμα είναι τι θα συμβεί εάν κάποιοι από τους αντισυμβαλλόμενους δεν είναι σε θέση να τηρήσουν τους όρους των συμβολαίων. Ο Warren Buffett κατά την πρόσφατη ετήσια συγκέντρωση των μετόχων της εταιρείας του, Berkshire Hathaway, χαρακτήρισε τη μεγάλη έκθεση των τραπεζών σε παράγωγα ως «πιθανή ωρολογιακή βόμβα» λόγω της πολυπλοκότητας των συμβολαίων και υποστήριξε ότι θα απέφευγε να επενδύσει στο 90% περίπου των μεγαλύτερων τραπεζών του κόσμου.
Γενικά η πιθανή πτώση της DB θα έχει αλυσιδωτές συνέπειες λόγω του μεγέθους και των διασυνδέσεών της με άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Tο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην πρόσφατη έκθεσή του για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα στη Γερμανία (βλ. IMF Country Report 16/189, June 2016) αναφέρει ότι μεταξύ των παγκόσμιων συστημικά σημαντικών τραπεζών (G-SIBs), η Deutsche Bank φαίνεται να έχει τη μεγαλύτερη συμβολή σε συστημικούς κινδύνους, ενώ ακολουθούν η HSBC και η Credit Suisse. Στο ίδιο περίπου αποτέλεσμα φαίνεται να καταλήγει και το μοντέλο εκτίμησης συστημικού κινδύνου του ερευνητικού κέντρου V-Lab του φημισμένου Stern Business School του Πανεπιστημίου της Νέα Υόρκης. Σύμφωνα με την κατάταξη του V-Lab στις 31 Μαΐου 2016, η Deutsche Bank βρισκόταν στην πρώτη θέση και ακολουθούσε η BNP Paribas SA (στην πιο πρόσφατη κατάταξη στις 12 Αυγούστου, η Deutsche Bank είχε περάσει στη 2η θέση). Τα προβλήματα για τη DB δεν σταματάνε όμως εδώ. Στις 30 Ιουνίου η ομοσπονδιακή τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών (Fed) ανακοίνωσε ότι η αμερικανική μονάδα της DB (Deutsche Bank Trust Corporation) απέτυχε για μία ακόμα χρονιά στα ετήσια τεστ αντοχής (stress-test). Σύμφωνα με τους ελεγκτές της Fed αυτό δεν οφείλεται σε ποσοτικούς, αλλά σε ποιοτικούς παράγοντες όπως προβλήματα στις εσωτερικές διαδικασίες διαχείρισης ρίσκου και αυτοελέγχου καθώς και τις διοικητικές πρακτικές.
Ερωτηματικά επίσης προκύπτουν και σχετικά με το εάν η τράπεζα θα χρειαστεί να αντλήσει και πάλι κεφάλαια προκειμένου να πετύχει τους στόχους της και να πληροί τις κεφαλαιακές απαιτήσεις των εποπτικών αρχών. Για παράδειγμα, τον Δεκέμβριο του 2015 ο δείκτης μόχλευσης (Tier 1 Κεφάλαια / Σύνολο Ενοποιημένου Ενεργητικού) ήταν ίσος με 3,5% το οποίο είναι υψηλότερο από το εποπτικό όριο του 3%, αλλά χαμηλότερο από αυτό των περισσοτέρων τραπεζών, όπως η Societe Generale (3,77%), η Unicredit (4,37%), η Barclays (4,49%), η HSBC (5,02%), η Credit Agricole (5,28%), η RBS (5,65%), η Allied Irish Banks (7,80%) κ.λπ. Είναι επίσης σημαντικά χαμηλότερο από τον στόχο του 4,5% για το 2018 και του 5% για το 2020 που έχει θέσει η ίδια η τράπεζα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις για να ανέβει ο δείκτης στο 4% θα χρειαστούν επιπλέον 7 δισ. ευρώ. Ανησυχητικό είναι επίσης το γεγονός ότι στο δυσμενές σενάριο των πρόσφατων stress-test της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (European Banking Authority), o δείκτης της DB μειώνεται στο 2,96%. Σε μια πρόσφατη δήλωσή του στο γνωστό γερμανικό περιοδικό Spiegel, ο διευθύνων σύμβουλος (Chief Executive Officer – CEO) της DB, John Cryan, υποστήριξε ότι η DB δεν θα χρειαστεί να αντλήσει κεφάλαια από τις αγορές. Το πρώτο ερώτημα είναι κατά πόσο αυτό είναι αληθές ή αν είναι μια προσπάθεια του Cryan να καθησυχάσει τις αγορές. Το δεύτερο ερώτημα είναι το κατά πόσο θα μπορέσει η DB να αντλήσει τα απαραίτητα χρήματα αν τελικά χρειαστεί να ενισχύσει την κεφαλαιακή της θέση. Η πιστοληπτική ικανότητα της τράπεζας έχει υποβαθμιστεί από τη Moody’s και είναι υπό παρακολούθηση προς υποβάθμιση από τη S&P, οι μετοχές της DB αφαιρέθηκαν από τον δείκτη Stoxx Europe 50 και υπάρχουν αρκετά ερωτήματα σχετικά με το αν θα πληρωθούν κανονικά οι ομολογιούχοι των μετατρέψιμων ομολόγων (Cocos) το 2017. Λογικά, μέσα σε αυτό το κλίμα, αν η DB χρειαστεί να αντλήσει κεφάλαια είτε θα δυσκολευτεί είτε θα πληρώσει υψηλό τίμημα.
Κατά τη διάρκεια του 2015, η DB ανακοίνωσε το σχέδιο αναδιάρθρωσή της με την ονομασία «Στρατηγική 2020». Έπειτα από την απομάκρυνση του Anshu Jain από το τιμόνι της DB τον Ιούνιο του 2015, τη θέση του CEO και την ευθύνη για την εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου ανέλαβε ο Βρετανός John Cryan, ο οποίος προηγουμένως ήταν ανώτατος διευθυντής Χρηματοοικονομικών (chief financial officer) στην UBS AG. Ο John Cryan έχει τη φήμη του αποτελεσματικού τραπεζίτη, με εμπειρία σε αναδιοργανώσεις και δε φέρεται αναμεμειγμένος στα σκάνδαλα των προηγούμενων ετών. Το σχέδιο έχει 4 βασικούς στόχους: (α) Να γίνει η τράπεζα πιο απλή και αποτελεσματική, (β) Να μειωθεί η ανάληψη κινδύνων, (γ) Να βελτιωθεί η κεφαλαιακή επάρκεια, (δ) Να λειτουργεί η τράπεζα με καλύτερη πειθαρχία και έχοντας ένα σκοπό, βασιζόμενη στη μεταβίβαση ευθυνών, τη λογοδοσία, και ένα σύστημα ανταμοιβών το οποίο θα συνδυάζει καλή απόδοση και συμπεριφορά. Προκειμένου να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι η τράπεζα σχεδιάζει μεταξύ άλλων να πουλήσει την Postbank, να μειώσει το προσωπικό της, να κλείσει υποκαταστήματα στη Γερμανία και να αποσυρθεί από 10 περίπου χώρες. Βέβαια, δε λείπουν ερωτήματα σχετικά με το ποιες θα είναι οι πηγές μελλοντικού εισοδήματος όταν για παράδειγμα η DB πουλήσει ένα μεγάλο κομμάτι της λιανικής τραπεζικής (Postbank). Επίσης, τι θα γίνει αν χάσει μεγάλο μέρος του εξειδικευμένου και ταλαντούχου προσωπικού κατά τη διάρκεια των περικοπών. Τέλος, το δημοψήφισμα για το Brexit ήρθε να προσθέσει ένα ακόμα πονοκέφαλο στη διοίκηση της DB καθώς το 19% περίπου των καθαρών εσόδων της DB προέρχεται από το Ηνωμένο Βασίλειο. Μένει να δούμε αν ο τραπεζικός κολοσσός που ιδρύθηκε πριν από 146 χρόνια θα καταφέρει να επιβιώσει ή αν θα πτωχεύσει προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα και την παγκόσμια οικονομία.
*O Φώτης Πασιούρας είναι Αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Μηχανικών Παραγωγής και Διοίκησης του Πολυτεχνείου Κρήτης & γραμματέας του Δ.Σ. της Επιστημονικής Εταιρείας Χρηματοοικονομικής Μηχανικής και Τραπεζικής